ζαχαρίνη


ζαχαρίνη
[захарини] ουσ. Θ. сахарин.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ζαχαρίνη" в других словарях:

  • ζαχαρίνη — η (λ. γαλλ.), γλυκαντική ουσία που παρασκευάζεται με χημικά μέσα: Βάζει στον καφέ του ζαχαρίνη, γιατί υποφέρει από διαβήτη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ζαχαρίνη — η [ζάχαρη] χημ. χημικό παρασκεύασμα με γλυκαντικές ιδιότητες που αντικαθιστά τη ζάχαρη, χωρίς να έχει και τα συστατικά της, και χρησιμοποιείται από τους διαβητικούς …   Dictionary of Greek

  • σακχαρίνη — Οργανική ένωση που έχει τον τύπο C6H4COSO2NH· είναι το κυκλικό ιμμίδιο του ορθοσουλφοβενζοϊκού οξέος. Είναι ουσία λευκή κρυσταλλική, λίγο διαλυτή στο ψυχρό ύδωρ και γι’ αυτό χρησιμοποιείται υπό μορφή νατριούχου άλατος που είναι διαλυτό στο νερό.… …   Dictionary of Greek